Δροσιστήκαμε στα νερά του θρακικού πελάγους στη Μάκρη, με τη Σαμοθράκη, μια ανάσα, απέναντί μας.
Το μεσημέρι μας περίμεναν στην Αλεξανδρούπολη για ξενάγηση στο Εθνολογικό Μουσείο Θράκης, σ’ ένα πέτρινο νεοκλασικό αρχοντικό του 1899, εξοχική κατοικία -τότε- του επιχειρηματία Μιλτιάδη Αλτιναλμάζη από την Αδριανούπολη.
Το Μουσείο, όνειρο ζωής και έργο της Αγγέλας Γιαννακίδου, αποτελεί κιβωτό που διέσωσε και περιέθαλψε έναν ολόκληρο ανθρώπινο πολιτισμό, κιβωτό μνήμης και ταυτόχρονα έναν ζωντανό οργανισμό γεμάτο νέους ανθρώπους που υποστηρίζουν και πλαισιώνουν τις εκδηλώσεις του. Την ώρα της επίσκεψής μας, υπήρχαν παιδιά, τα οποία μόλις είχαν γευματίσει με παραδοσιακά φαγητά, που τα ίδια ετοίμασαν.
Η πρόσοψη του Μουσείου (1η φωτ.), τάματα στην αίθουσα με τα αντικείμενα λατρείας (2η φωτ.), η αίθουσα με τις παραδοσιακές στολές και η Σοφία δίπλα σε γιορτινή ποντιακή φορεσιά (3η και 4η φωτ.), στην αίθουσα με θέμα “διατροφή” μεταλλικά και ξύλινα χειροκίνητα εργαλεία και κουτιά πώλησης και αποθήκευσης τροφίμων -θυμόσαστε την περίφημη θρεψίνη;-(5η φωτ.), ο καθ’ ύλην αρμόδιος Νίκος Κόντης εξηγεί τη χρήση παλιών εργαλείων ζαχαροπλαστικής (6η φωτ.) και ο χώρος έκθεσης και πώλησης βιβλίων, χειροποίητων παιχνιδιών και άλλων αντικειμένων, με πάγκους και τραπεζάκια για καφέ και ξεκούραση (7η φωτ.).
Μετά τη βόλτα στην Αλεξανδρούπολη και τον καφέ στη σκιά του Φάρου, επισκεφτήκαμε την Ι.Μ. Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Μάκρη, την Παναγία του Έβρου. Μια από τις πενήντα μοναχές του Μοναστηριού κρούοντας το ξύλινο σήμαντρο (τάλαντο) καλεί τις “αδελφές” της, μαζί κι εμάς, στον εσπερινό. Ωραία εικόνα και γλυκός ήχος, μας προετοίμασαν για την αγαλλίαση και την ηρεμία της ψυχής μας από τους υπέροχους ύμνους που, για μια ώρα, απολαύσαμε. Κρατήσαμε την ευωδιά του μελισσοκεριού και την εικόνα των εργαστηρίων – στα οποία ξεναγηθήκαμε από μια χαμογελαστή, νεαρή μοναχή-, αγιογραφίας και ψηφιδωτών.
Περνάμε από Κομοτηνή για “ένα γεια”, πλατεία και παλαιοπωλεία και με τον καθιερωμένο χορό στο λεωφορείο, επιστρέφουμε στα Κιμμέρια.